Showing posts with label inner-self. Show all posts
Showing posts with label inner-self. Show all posts

Έρως όπως Ύδωρ

Ανάμνηση διάλεξες να κάνεις το Παρόν
γεγονός σε Χρόνο Παρελθόν-τα
ταρριχεύεις τα αισθήματα
για να τα διατηρήσεις στη ζωή
αλλά Ζωή δίχως σκιρτήματα
σπασμούς ερωτικούς
Αθανασία δεν είναι
μα Λήθη νεκρική
γεμάτη Ανεκπλήρωτα
σα λίστα με αδικήματα
παραγραφέντα ... και ταφέντα

Έρωτα το Ανεκπλήρωτο βαφτίζεις
σε μια Ζωή παρελθούσα να το διατηρήσεις
εντός σου το Υπέρτατο να κρατήσεις
με οικονομία για να συντηρήσεις
τον Έρωτα, να μην ξοδευτεί

μα το Υπέρτατο βιώνεται
κι από το "ξόδεμα" αναπαράγεται
ορμητικότητα χειμάρρου του πρέπει
σταγόνες λειψυδρίας δεν το συντηρούν
σαν το τελευταίο φλασκί νερού
που στην έρημο μαζί σου έχεις
κι όταν αυτό τελειώσει ξέρεις
πως μέρες μετρημένες
στην άνυδρη έκταση έχεις

με έργα αντιπλημμυρικά
και κανάλια αρδευτικά
δεν το τιθασσεύεις
προς κατευθύνσεις χωρίς ζημιά
να το εκτρέψεις

τη Δύναμή του να σου δείξει
το αφήνεις
φράγματα κι εμπόδια
δεν του στήνεις

οιμέ τι πλάνη οικτρή
τη Δύναμη του Νερού ν' αποτρέψεις
τα Πάντα εντός σου αφήνεις
να κατακλύσει, να σκεπάσει
να πλημμυρίσει

κι απ' τη λάσπη σου αυτή
το Σύμπαν άσε
την Κοσμική εμπειρία να μεταφέρει
στους μελλοντικούς απέλπιδες
του κόσμου τούτου....

Στο μυαλό του Duke TravEllington

(...κατά το γνωστό φιλμ "Στο μυαλό του John Malkovitch")
ή αλλιώς
Μια "τραβηγμένη" προσπάθεια για την επιστημολογική ερμηνεία της καψούρας



Για τον φυσιολογικό άνθρωπο το ξεκίνημα μιας μέρας σηματοδοτεί μια αλλαγή. Όλοι λένε "μια νέα μέρα ξεκινά" και περιμένουν ότι αυτή η νέα μέρα, κάτι διαφορετικό θα φέρει, μια εξέλιξη σε σχέση με την ή τις προηγούμενες.

Για Εκείνον αυτός ο αέναος, απαράλλαχτος και αδιατάραχτος κύκλος του Σύμπαντος - η έγερση-ημέρα και η απόσυρση-νύχτα - ήταν ακριβώς αυτό. Αέναη, απαράλλαχτη και αδιατάραχτη επαναληψιμότητα. Επανάληψη....

Η κάθε νέα μέρα ήταν το ίδιο βάσανο αναμονής, απέλπιδης και ανέλπιδης. Οι ίδιες πολλές ώρες του εικοσιτετραώρου με την αίσθηση - μόνο - Εκείνης, με την απουσία Εκείνης. Ό,τι κι αν έκανε - και επιχειρούσε να κάνει πολλά για να ξεχνιέται - και σκεφτόταν δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά προφάσεις για μία και μόνο αμαρτία : Για να μην παραδεχτεί, ματαίως βέβαια, ότι ένα μικρό, σγουρό κεφαλάκι, σαν τρυφερό σκανταλιάρικο μωρό, μια υπαρξούλα σα διαβολάκι παραμόνευε εκεί πίσω σε μια μικρή σκοτεινή ακρούλα του λαβυρίνθου των εγκεφαλικών του νευρώνων και "επιτηρούσε" κάθε σύναψη που επρόκειτο να δημιουργηθεί. Και λίγο πριν αυτό γίνει, πετιόταν με αστραπιαία ταχύτητα ακριβώς στη συμβολή των εμπλεκόμενων νευρώνων, τσουπ ! και στρογγυλοκάθιζε αυτή την αξιολάτρευτη, λευκή και παλλόμενη από ορμητικότητα μαζούλα της ύπαρξής της. Η σύναψη γινόταν βέβαια. Με άλλα λόγια, Εκείνος κατάφερνε - αν και με αγώνα - να εργάζεται - έπρεπε άλλωστε -, έκανε σκέψεις, μιλούσε, έκανε σχέδια, παρασυρόταν από στιγμές, μεθοκοπούσε, έπαιζε το μουσικό του όργανο - σ' αυτό ξεσπούσε επίσης κατά διαστήματα, ήταν κρουστό άλλωστε, το χτυπούσε -, άκουγε, έκρινε, ονειροπολούσε - συνέβαινε πολλές φορές μέσα στην ημέρα ... Όμως, όλες οι διεργασίες γίνονταν μ' εκείνο το μικρό, γλυκό Εωσφοράκι - που δεν ήταν μαύρο κόκκινο αλλά λευκό και λαχταριστό σαν αίσθηση - να έχει αποθέσει το βάρος του στο εκάστοτε σημείο σύναψης. Την κάθε τέτοια μικρή ηλεκτρική εκκένωση την κουκούλωνε όπως θα έκανε κάποιος ρίχνοντας σακκιά τσιμέντο πάνω από έναν εκρηκτικό μηχανισμό που επρόκειτο να εκραγεί... Δεν την άφηνε να σκάσει, να "εκτονωθεί", την φίμωνε και σ' Εκείνον έφτανε μόνο ένας υπόκωφος, βαθύς και απόκοσμος κρότος... σα να έσκασε κάπου μακριά στο Σύμπαν...

Εκείνος βέβαια, δεν μπορούσε να βάλει μέσα στον εγκέφαλό του το δάχτυλό του και ν' αφαιρέσει αυτό το άτακτο και κινητικότατο Πλασματάκι, την "παρείσακτη". Ακόμη όμως και να το κατάφερνε, δεν θα προλάβαινε τις αστραπιαίες κινήσεις Της. Το μικρό αυτό Πλασματάκι ήταν ταχύτατο και - τώρα που το σκεφτόταν - μάλλον είχε καταφέρει πια να γνωρίζει, σε αμελητέο χρόνο πριν, πού θα έσκαγε μια νέα εκκένωση στον εγκέφαλό του κι έτσι προλάβαινε και στρογγυλοκαθόταν εκεί. Τώρα λοιπόν καταλάβαινε κι Εκείνος γιατί εδώ και λίγο καιρό είχε αρχίσει να επιθυμεί το να μπορέσει να κοιμηθεί, να ναρκωθεί κυριολεκτικά για μέρες ή και εβδομάδες ακόμη. Ασταμάτητα, χωρίς ξύπνημα. Να νεκρωθεί ο εγκέφαλός του μήπως και το Πλασματάκι βαρεθεί την απραξία - την απουσία ηλεκτρικών εκκενώσεων - και αποφασίσει να αποσυρθεί, ν' αποβληθεί με κάποιο τρόπο από το κρανίο του. Εκείνος ήξερε βέβαια ότι σε μια συμβατική καθημερινότητα κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει... Αλλά και πάλι, αν γινόταν, όνειρα δεν θα έβλεπε; Και μήπως και τότε το Πλασματάκι δεν θα πεταγόταν τσουπ ! κάθε τόσο μέσα στα όνειρά Του; Θα έβρισκε τρόπο Αυτό... Εκείνη...

Μήπως και το ότι Εκείνος γράφει τώρα αυτά δεν του τα υπαγορεύει Εκείνη; ... με αυτό το μικρό, τρυφερό, σκανταλιάρικο και ορμητικό Πλασματάκι που έχει αφήσει μέσα στον εγκέφαλό Του ;...

... σα να είναι το παιδί Τους, ο καρπός της εξαιρετικά ολιγόχρονης συνύπαρξής Τους...
... που Εκείνος έπρεπε ν' αποφασίσει αν θα "μεγαλώσει" ή αν θα "πετάξει"...
... αν θα οδηγηθεί στην παράνοια ή θα λυτρωθεί....

Τότε Εκείνος κατάλαβε ότι - για τώρα τουλάχιστον - έτσι κι αλλιώς δεν είχε λυτρωμό από αυτή την έμμονη παρουσία στην ύπαρξή Του...Έπρεπε κάτι άλλο να σκεφτεί...


... (πιθανώς) συνεχίζεται...

Γιώτα Ρο Μηδέν Οκτώ

Άλλη μια νύχτα περίμενε μάταια. Όχι να συναντηθούν, να "βρεθούν"... Πού τέτοια τύχη; Του έφτανε πια ένα της τηλεφώνημα, το άκουσμα της φωνής της και μόνο... Που ποτέ δεν έγινε από δική της πρωτοβουλία... Και ποτέ τηλεφώνημα. Ποτέ... Πάντοτε - μα πάντοτε - ένα του μήνυμα προκαλούσε ένα άλλο δικό της, τελείως - μα τελείως - κομψό με την ευγενική απόρριψη... "Δεν τα κατάφερα σήμερα", "Είχα άλλες προτεραιότητες και το τριήμερο δεν μου βγήκε όπως το περίμενα", “Κατέβηκα εκεί που είσαι εσύ απόψε και σήμερα έχω πυρετό” και το κορυφαίο "Αν σε συναντούσα σήμερα θα αισθανόμουν πουτάνα, ύστερ' απ' αυτό που έγινε"... Και τι είχε γίνει; Ποτέ δεν θα μάθαινε - αληθινά, πραγματικά. Του είπε κάτι μπερδεμένα από τα οποία κανένα νόημα δεν έβγαλε...

Έτσι πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι... Ένα κυριολεκτικά κατεστραμμένο καλοκαίρι. Με δύο συναντήσεις. Η δεύτερη ήδη ήταν το κύκνειο άσμα της συνύπαρξής τους. Οξύμωρο σχήμα γιατί μόλις άρχιζε η τρυφερή ιστοριούλα τους – σαν συνέχεια των μακρύτατων βραδιών σε γραφόμενα στο δίκτυο όπου τα είχαν πει σχεδόν όλα, τα είχαν αναλύσει σχεδόν όλα, τρυφερές επιχειρηματολογίες, συμφωνίες σε πολλά ζητήματα και συμπληρώσεις συμπερασμάτων του ενός προς τον άλλο, ακόμη ακόμη ζούσαν και πράγματα έστω από απόσταση, περίμενε ο ένας τον άλλο να ανοίξουν το chat για να βρεθούν ύστερα από μια ολόκληρη μέρα, να πουν τι έκαναν, τι είδαν, είχαν αρχίσει μάλιστα να ψυχολογούν ο ένας τον άλλο έστω από απόσταση και να πειράζονται για τα «κουσουράκια» τους κι επιφυλάσσονταν για όταν θα βρίσκονταν από κοντά πια - αλλά ο Χρόνος είχε ήδη πει την τελευταία του λέξη. Εν αγνοία του... Τίποτε δεν προμήνυε αυτό που θ’ ακολουθούσε... Την Καταστροφή. Εκείνη πήγε στο νησί με μια παρέα της. Εκείνος χαιρόταν που το «κορίτσι» του – δεν είχε γίνει βέβαια τίποτε ακόμη αλλά αυτός έτσι αισθανόταν ήδη, χωρίς λόγο - και μάλιστα εκείνη τη δεύτερη και τελευταία - όπως αποδείχτηκε μακροπρόθεσμα - βράδινή τους συνάντηση την αποχαιρετούσε - πού να ήξερε ότι έτσι πραγματικά θα ήταν, ‘αποχαιρετισμός’ - ξεπροβοδίζοντάς την με υποδείξεις πού να πάει, τι να δει, σε ποια μαγαζιά να πάει για μουσική...

Ακολούθησαν τέσσερα πέντε βράδια - ούτε θυμόταν πια, ο χρόνος αναμονής για συνάντηση μαζί της είχε γίνει αυτό που διαφημίζουν οι εταιρείες τηλεφωνίας, απεριόριστος, "περισσότερο δεν θα βρείτε" - αλεπάλληλων μηνυμάτων σε διάφορες ώρες και καταστάσεις όπως αποδεικνυόταν από το περιεχόμενό τους – “είμαι μεθυσμένη μωρό μου και σε θέλω πολύ”, “δεν θα έλεγα όχι να σε καβαλήσω”, “νιώθω τεράστια κ***α μωρό μου” – και δεν πίστευε αυτά που διάβαζε... Οι απαντήσεις του στα μηνύματά της δεν έκρυβαν ούτε και τις δικές του διαθέσεις... Πού να ‘ξερε πόσο γελοίο μπορεί να τον έκαναν ν’ ακούγεται οι μετέπειτα αρνήσεις της να τον συναντήσει – αλλά πάντα με πολύ αληθοφανή και ορθολογικό τρόπο, πάντοτε υπήρχε λόγος για να μην τον συναντήσει – μόνο αυτός δεν θα τον μάθαινε ποτέ, τον πραγματικό βέβαια... Έλεγε πια στον εαυτό του και χαιρόταν απεριόριστα γι’ αυτό ότι επιτέλους είχε βρει μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση – φαινόταν να τα έχει όλα αυτή η ιστορία, άλλη μια χαμένη ιστορία...

Και ξαφνικά, σιωπή, νέκρα, “σιγή ασυρμάτου” που λέγανε κάποτε... Έστελνε μηνύματα που έμεναν αναπάντητα για ώρες.

Ναυαγός μέσα στην αλύπητη, αβυσσαλέα και τρικυμιώδη απεραντοσύνη της γυναικείας καρδιάς έστελνε περιστέρια με μηνύματα γαντζωμένα στα μικρά τους ποδαράκια, τα έστελνε μέσα σε άδειες γυάλινες μποτίλιες να ταξιδέψουν χιλιάδες ναυτικά μίλια μέχρι κάποια ύπαρξη – ποια; μόνο μία – να ενδιαφερθεί για την “τύχη” του – “μια τύχη άτυχη που πια δεν την γνωρίζω”...

Έτσι αισθανόταν, οι ώρες που περίμενε ένα σημαδάκι καπνού στον ορίζοντα του φαίνονταν εβδομάδες αβάσταχτης μοναξιάς πάνω σ’ ένα κομμάτι ξέρας όπου έτυχε να τον ξεβράσουν τα κύματα της απρόβλεπτης διάθεσης μιας γυναίκας... Που ήθελε να παίξει μαζί του; Που τον είδε έτσι ορμητικό και φοβήθηκε ότι θα παρασυρθεί στη δική του δίνη κι έτσι σ’ αυτή αντέταξε τις δικές της αλλόκοτες και απρόβλεπτες μεταπτώσεις; Άκρατος ορθολογισμός που υπαγορεύτηκε από την τεράστια – ομολογουμένως – διαφορά ηλικίας τους ή/και την απόσταση που χώριζε τις ζωές τους;

Ίσως ποτέ δεν θα μάθει τον πραγματικό λόγο που εκείνη η δεύτερη φορά που την συνάντησε ήταν και η τελευταία...

ΝαΠοταμιαΝου

Κάθεται μπροστά στο ανοιχτό φωτεινό παράθυρο και χαμογελάει ασυναίσθητα… Έτσι είναι το πρόσωπό του τον τελευταίο καιρό. «Φοράει» ένα αχνό και μόνιμο χαμόγελο. Νιώθει τόσο αδειασμένος - αλλά και τόσο γεμάτος.

Ήρθε, λοιπόν και γι’ αυτόν ο Καιρός… Αισθάνεται σα να είναι ξαπλωμένος με χέρια και πόδια ανοιχτά – ίδιος με τον Άνθρωπο του Βιτρούβιου στον «Κανόνα περί (ανθρωπίνων) Αναλογιών», εκείνο το σκίτσο του Ντα Βίντσι που απεικονίζει τον Άνθρωπο εγγεγραμμένο σε κύκλο και τετράγωνο – πάνω σε μουσκεμένο Έδαφος και να μην τον νοιάζει αν ο Ουρανός αδειάζει πάνω τους ασύλληπτες ποσότητες νερού. Και αυτός και η γη είναι τόσο διψασμένοι για νερό… Γι’ αυτό το Νερό. Έχει αφεθεί να γυρνάει από πλευρό σε πλευρό χωρίς σταματημό – πώς ξετυλίγεται ένα χαλί – πάνω στο μουλιασμένο έδαφος και δεν τον νοιάζει που το νερό που δεν έχει απορροφηθεί από την πλημμυρισμένη γη σε λίγο θα ανακατευτεί με το χώμα, τη σκόνη και θα γίνει αραιή, ρέουσα λάσπη. Εκεί μέσα θέλει να κυλιστεί. Αυτό του είχε λείψει. Πάνω σε μουσκεμένα, αναμαλλιασμένα, αναστατωμένα σεντόνια. Ύστερα από την περίοδο της Συναισθηματικής Ξηρασίας, έβρεξε και γι’ αυτόν… Έρωτας…

Έχει αδειάσει γιατί η ύπαρξή Της και η συνεύρεσή τους δεν του αφήνει περιθώρια για τίποτ' άλλο από την και στην πραγματική ζωή. Δεν βλέπει πια γύρω του. Όλα τα πρόσωπα γύρω του είναι παραλλαγές του ίδιου Προσώπου - Εκείνης. Της Γυναίκας. Με γράμμα γ Κεφαλαίο. Όχι του. Δεν μπορεί επίσης να είναι έτσι. Να του ανήκει. Είναι όπως η Γη. Η Γη δεν μπορεί να ανήκει στον Άνθρωπο.
Κανένα πρόσωπο δεν έχει το μεγαλείο το δικό Της. Όλα μοιάζουν σε Αυτήν αλλά Εκείνη σε κανένα. Δεν θα μπορούσε να είναι έτσι, γιατί Εκείνη τα περικλείει όλα. ΕΙΝΑΙ όλα. Είναι Μουσική, είναι Ζωή, είναι Υπέρβαση του Νου, είναι Εμπειρία, είναι Μαγεία, είναι η ίδια η Φύση. Είναι το Άπιαστο που επιτέλους είναι μπροστά του. Κάθε στιγμή. Είναι το Υπερβατικό που μόνο στα διαβάσματα έβρισκε και το θαύμαζε γιατί δεν μπορούσε να το χωρέσει ο Νους του. Είναι τα Μάτια της, τα πράσινα Μάτια της που μέσα στο γλάρωμά τους χάνεται... Είναι το Στόμα της, αυτό το μεγάλο Στόμα που θα ήθελε να ανοίξει και να τον καταπιεί για πάντα μέσα στην Ύπαρξή της. Είναι το Αιδοίο της, μια άλλη γλυκιά μικρή Συμπαντική Μαύρη Τρύπα που, όταν βρίσκεται μέσα του, το βέλος του Χρόνου αντιστρέφεται κι αυτός βρίσκεται να κολυμπάει μέσα στην Αιωνιότητα. Να μπει μέσα Της, από παντού. Να ζει μέσα Της. Να βρίσκεται μέσα στον εγκέφαλό της σαν ηλεκτρική εκκένωση, σαν εγκεφαλικό σήμα που διατρέχει τα δισεκατομμύρια νευρώνες της με ασύλληπτη ταχύτητα. Να μπορεί να τα διαβάσει όλα Της… Σκέψεις, συναισθήματα, ερωτηματικά, επιθυμίες, διαθέσεις… Κι έτσι να μπορεί να τα πραγματοποιήσει πριν αυτά πάρουν τη μορφή φράσεων… Να τα απαντήσει πριν πάρουν τη μορφή ερωτημάτων… Να τα απαλύνει πριν γίνουν δάκρυα… Να τα ενισχύσει για να γίνουν δυνατότερο γέλιο… Να τα αποτρέψει πριν Την τρομάξουν, πριν Την ταράξουν…

Τι ήθελε δηλαδή να γίνει Θεός ; Αυτός, ένας μικρός άνθρωπος; Όχι, όχι, είχε παρασυρθεί πάλι… Μέσα στην παραληρηματική του διάθεση να ζήσει τα πράγματα εν τη γενέσει τους, είχε γίνει βλάσφημος. Πετούσε ψηλά, σχεδόν κοντά στον Ήλιο, αυτός ο Μικρός αλλά Ερωτευμένος Ίκαρος και κινδύνευε να κάψει τα φτερά του. Μήπως σκεφτόταν κιόλας ότι ήταν κοντά στην αποκάλυψη της Φιλοσοφικής, Αλχημικής Λίθου; Στο Ελιξίριο της Ζωής; Ε, μάλλον… Γιατί Εκείνη του τα είχε εμπνεύσει αυτά… Η φιγούρα της που έμοιαζε με αδικημένη μάγισσα του Μεσαίωνα…

Πίστευε ότι δεν υπάρχουν τέτοιες σκέψεις στο μυαλό ενός συνηθισμένου, καθημερινού, συμβατικού ανθρώπου. Το Σύμπαν όμως αποφάσισε αλλιώς. Αποφάσισε να του δείξει το Μεγαλείο του. Το Μεγαλείο των Στιγμών που μπορούν να ζήσουν Δύο Άνθρωποι. Το Μεγαλείο του Χρόνου που σταματά - να, λοιπόν, που ο Χρόνος αμβλύνεται – όταν Δύο Άνθρωποι βρίσκονται μαζί. Στον ίδιο Χώρο, στον ίδιο Χρόνο… Αλλά κυρίως στον ίδιο Χρόνο… Γιατί, διαπίστωσε, ότι ο Χώρος μπορεί να καταργηθεί ως Διάσταση. Οι δυο τους μπορούσαν να είναι Παντού Μαζί. Αυτός μπορούσε πια να είναι όπου ήταν Εκείνη - και να βλέπει με τα Μάτια Της, να αισθάνεται με τις Αισθήσεις Της.

«… σαν την Απομακρυσμένη Σύνδεση στους υπολογιστές - το Remote Desktop», σκέφτηκε ασυναίσθητα. Πώς του ‘ρθε τώρα αυτό… Ε, δεν είναι τυχαίο, με υπολογιστές ασχολείται. Και κατά κάποιο τρόπο, αισθάνεται σαν μικρός Θεός όταν προγραμματίζει, όταν υλοποιεί κατασκευάσματα του νου του. Νιώθει ότι δίνει συμπεριφορά σε κάτι που είναι άψυχο. Νιώθει ότι «φυσάει πνοή ζωής» στα bits του επεξεργαστή του κι έτσι αυτά αποκτούν - άυλη – υπόσταση, παίρνουν «κάποια» μορφή πάνω στην Οθόνη του, μέσα σ’ αυτό το Παράθυρο που ανοίγει ένα Σύμπαν Εικονικότητας μπροστά στα μάτια του. Εκεί ακριβώς που κάθεται…

Εκεί ακριβώς που Την γνώρισε. Εκεί ακριβώς που περνάει το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του... Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του, στη δουλειά. Αυτή τη φορά, όμως, ξέρει ότι δεν Την κατασκεύασε, αλλά Την γνώρισε, Την άγγιξε, Την φίλησε, έκαναν έρωτα… Στην Πραγματικότητα…

«Ζήτω η Εικονικότητα!», σκέφτηκε.
Κι ας έχει πάει πάλι πέντε η ώρα το πρωί… Ξέρει ότι δεν ονειρεύεται, ότι δεν ξύπνησε απότομα με το κεφάλι πεσμένο πάνω στο γραφείο, δίπλα από το πληκτρολόγιο και το ποντίκι…

Σε Θηλυκό Πρόσωπο Πλοίου


"Προσοχή παρακαλώ! Παρακαλούνται οι κύριοι επισκέπτες όπως εξέλθουν. Το πλοίο σε λίγο αναχωρεί!"

Τα λόγια αυτά που ακούστηκαν από το μεγάφωνο που βρισκόταν πίσω μου μ' έκαναν να ξυπνήσω από την αφηρημάδα όπου είχα βυθιστεί παρακολουθώντας κάπως αμήχανα τις προετοιμασίες για το σαλπάρισμα του πλοίου. Η προειδοποίηση αυτή δεν είχε βέβαια μόνο αυτό το αποτέλεσμα, αλλά και να προσέξω στ' αριστερά μου όπως είχα στερεωθεί στα κάγκελα του δεύτερου καταστρώματος του πλοίου στο πίσω του μέρος, μια αδύνατη θηλυκή ύπαρξη. Τραβήχτηκα λίγο πιο πίσω, προσποιούμενος ότι τραμπαλίζομαι πιασμένος από το σιδερένιο κάγκελο, για να την παρατηρήσω κάπως πιο προσεκτικά.
Το πρόσωπό της φανέρωνε το πόσο αδύνατο πρέπει να ήταν το υπόλοιπο σώμα της. Παρ' όλ' αυτά, η μακριά μπλούζα που ήταν κάπως ακατάστατα ριγμένη στους προφανώς λεπτούς ώμους της, την έκανε να φαίνεται κάπως πιο κομψά σωματώδης. Η μπλούζα αυτή ήταν δεμένη στη μέση της με ένα μπλε κορδόνι ενώ από κάτω φορούσε ένα λινό αεράτο παντελόνι με ακαθόριστα σχήματα και χρώματα μπλεγμένα μεταξύ τους.
Ξανατραβήχτηκα μπροστά με τα χέρια μου, περισσότερο για να μην δώσω υποψίες ότι την περιεργαζόμουν και συνέχισα προσποιητά να παρακολουθώ τα φορτηγά που κατάπινε το πλοίο. Βέβαια, όποτε μου δινόταν η ευκαιρία πετούσα και κάποια γρήγορη ματιά στην συνταξιδιώτισσά μου που βρισκόταν δίπλα μου να κοιτάει μάλλον ανέμελη κι εκείνη το θέαμα που προσφερόταν από κάτω μας.
Εντελώς ξαφνικά άφησε τα κάγκελα και κατευθύνθηκε στα πράγματά της που είχε λίγο πιο πίσω μας. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή τρία άτομα κατευθύνθηκαν προς το κενό που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ' εμένα κι εκείνους που βρίσκονταν δίπλα της. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εντελώς ενστικτωδώς έσπευσα να "γεμίσω" αυτό το κενό, απλώνοντας τα χέρια μου, προσποιούμενος ότι δεν τους είδα να πλησιάζουν για να καταλάβουν κι εκείνοι κάποια θέση στο θεωρείο που είχαμε εκεί πάνω.
Το άτομο που είχε συγκεντρώσει την προσοχή μου από την αρχή που το αντίκρυσα ξαναγύρισε μ' ένα πακέτο τσιγάρα και έναν αναπτήρα στο χέρι. Τα τρία άτομα μας προσπέρασαν αφότου κατάλαβαν πως η θέση που "είχαν βάλει στο μάτι" καταλήφθηκε. Εκείνη άναψε κάπως νευρικά ένα τσιγάρο που έβγαλε από το πακέτο, το οποίο μαζί με τον αναπτήρα χάθηκαν στην άβυσσο μιας εξαιρετικά μεγάλης τσέπης που διέθετε η μπλούζα της κατόχου τους. Συνέχισε να ρεμβάζει κοιτώντας πια τα βουνά που απλώνονταν μπροστά μας και παρατηρώντας τη καλύτερα, διαπίστωσα πως κάποια ανησυχία προσπαθούσε να κρύψει - τελείως αποτυχημένα. Αν ήταν σωστή η υπόθεσή μου, η αιτία παρέμενε άγνωστη.

"Προσοχή παρακαλώ! Παρακαλούνται οι κύριοι επισκέπτες όπως εξέλθουν. Το πλοίο είναι έτοιμο για αναχώρηση!"

Από την τελευταία αυτή ειδοποίηση κατάλαβα πως το πήγαιν'έλα ανθρώπων και οχημάτων που ξετυλιγόταν μερικά μέτρα πιο κάτω από κει που στεκομασταν, θα είχε σταματήσει. Πραγματικά περνώντας τα μάτια μου πρώτα από κάτω, διαπίστωσα πως η υπόθεσή μου αυτή είχε βγει αληθινή και τα κατεύθυνα προς τα αριστερά μου. Μόλις τότε αντιλήφθηκα κάποια ίχνη δακρύων στα - όπως πρόσεξα - όμορφα καθαρά καφέ μάτια της. Αναρωτήθηκα τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά εκείνη τη στιγμή και, κατά λάθος, το μάτι μου έπεσε στο χέρι της που έτρεμε ελαφρά.
"Α, εδώ έχουμε κάτι σοβαρό", αναλογίστηκα κι ένιωσα κάποια συμπόνοια γι' αυτή την ύπαρξη - ίσως κι ένα θλιμμένο έρωτα. Για να πείσω τον εαυτό μου πως μπορεί να έκανα λάθος - ότι ο απογευματινός ήλιος χτυπούσε πάνω στα μάτια της και τα έκανε να γυαλίζουν - ασχολήθηκα λίγο με τα μαλλιά της. Ήταν πολύ ανοιχτά καστανά με, που και που, βαθυκόκκινες ανταύγειες που σε έκαναν να τα πεις άνετα και σκούρα ξανθά. Αναπόφευκτα όμως το βλέμμα μου ξαναπέρασε από τα μάτια της που αυτή τη φορά είχαν κοκκινήσει και κατάλαβα ότι πραγματικά έκλαιγε.
Κάτω, η προπέλα του πλοίου είχε ήδη αρχίσει ν' ανακατέβει τα νερά ενώ και ο τελευταίος κάβος είχε απελευθερωθεί από τον μώλο. Τα πρώτα χέρια είχαν ήδη αρχίσει να κουνιούνται και ν' αποχαιρετούν γνωστούς ενώ τα δάκρυα της συνταξιδιώτισσάς μου συνέχισαν ν' αναβλύζουν από τα μάτια της, λες και χαιρετούσαν κι αυτά με τον δικό τους τρόπο κάποιο οικείο πρόσωπο που ωστόσο δεν φαινόταν κάτω.
Η δύναμη με την οποία ταράζονταν τα νερά αύξαινε ολοένα όπως επίσης και η ένταση και τα ερωτηματικά μου για την ύπαρξη δίπλα μου. Το πλοίο άρχισε να απομακρύνεται όπως και η κοπέλα από δίπλα, μόνο όμως για να πάρει ένα χαρτομάντηλο και να ξαναγυρίσει στη θέση της. Σκούπισε τη μύτη της κι από κει και ύστερα επακολούθησε το ρυθμικό ρούφηγμά της - όπως όταν κάποιος κλαίει και δεν θέλει να τον καταλάβουν. Μετά τα πρώτα αναφυλλητά που την συγκλόνισαν, ένιωσα την συμπόνοια που ανέφερα προηγουμένως να υπερνικάει την ευγένεια που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις.
Η κατάσταση είχε προχωρήσει, όσο και το πλοίο είχε αφήσει πίσω του το λιμάνι που του είχε προσφέρει καταφύγιο για λίγη ώρα. Ξανακοιτώντας την κοπέλα δίπλα μου, που δεν ήξερε πια τι να πρωτοκρύψει - τα μάτια ή τη μύτη της που συνέχισε να "τρέχει" - ένιωσα πάλι πιο έντονη την επιθυμία να της μιλήσω, να τη ρωτήσω αν είχε ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον. Πάλι όμως νίκησαν οι "καλοί τρόποι" που ακούστηκαν στη συνείδησή μου σαν: "και πού ξέρεις ότι ο άλλος θέλει να σου μιλήσει;", "την όρεξή σου έχει;", "άσ' την στην ησυχία της".
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ένα ακατανίκητο μίσος για τους "καλούς τρόπους", αυτούς που στην ουσία αποξενώνουν τους ανθρώπους όταν έχουν τέτοια "αποστολή". Να μην τολμάς να μιλήσεις σ' αυτόν που βρίσκεται δίπλα σου και που βλέπεις ότι υποφέρει μόνο και μόνο επειδή δεν τον ξέρεις...

Δ

Ξύπνησα αγκαλιά με το Κενό
Μίλησα στην Αύρα σου
Άκουσα τον Απόηχό σου
Περπάτησα με τον Ίσκιο σου
Έμαθα
Να βλέπω μέσα από τον Αέρα
Να μιλάω στον Κανένα
Κι Εσύ εκεί
Να αφουγκράζομαι τη Σιωπή
Να θυμάμαι το Άπιαστο
Το μυαλό να συγκρατεί το Φευγαλέο
Χωρίς Κίνηση
Να αντιλαμβάνομαι το Απέραντο
Να εκφράζω το Υπέρτατο
Σιωπηλά
Να αισθάνομαι το Τίποτα
Να αντέχω το Ανυπέρβλητα
Ωραίο
Κι έτσι διαπίστωσα
Τη Μικρότητα
Μέσα στο Άπειρο
Που χωράει το Άπειρο
Σαν Μνήμη
Μέσα στο Τώρα
Που χωράει το Πριν
Ολόκληρο
Κι έτσι
Χάρηκα με την Ανάμνησή σου
Χάρηκα που μπόρεσα
Και κοιμήθηκα με την Ονειρική Μορφή σου
Και έζησα με το Όραμά σου
Χωρίς Εσένα...

(Μ. Παρασκευή, 13.04.01)