Στο μυαλό του Duke TravEllington

(...κατά το γνωστό φιλμ "Στο μυαλό του John Malkovitch")
ή αλλιώς
Μια "τραβηγμένη" προσπάθεια για την επιστημολογική ερμηνεία της καψούρας



Για τον φυσιολογικό άνθρωπο το ξεκίνημα μιας μέρας σηματοδοτεί μια αλλαγή. Όλοι λένε "μια νέα μέρα ξεκινά" και περιμένουν ότι αυτή η νέα μέρα, κάτι διαφορετικό θα φέρει, μια εξέλιξη σε σχέση με την ή τις προηγούμενες.

Για Εκείνον αυτός ο αέναος, απαράλλαχτος και αδιατάραχτος κύκλος του Σύμπαντος - η έγερση-ημέρα και η απόσυρση-νύχτα - ήταν ακριβώς αυτό. Αέναη, απαράλλαχτη και αδιατάραχτη επαναληψιμότητα. Επανάληψη....

Η κάθε νέα μέρα ήταν το ίδιο βάσανο αναμονής, απέλπιδης και ανέλπιδης. Οι ίδιες πολλές ώρες του εικοσιτετραώρου με την αίσθηση - μόνο - Εκείνης, με την απουσία Εκείνης. Ό,τι κι αν έκανε - και επιχειρούσε να κάνει πολλά για να ξεχνιέται - και σκεφτόταν δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά προφάσεις για μία και μόνο αμαρτία : Για να μην παραδεχτεί, ματαίως βέβαια, ότι ένα μικρό, σγουρό κεφαλάκι, σαν τρυφερό σκανταλιάρικο μωρό, μια υπαρξούλα σα διαβολάκι παραμόνευε εκεί πίσω σε μια μικρή σκοτεινή ακρούλα του λαβυρίνθου των εγκεφαλικών του νευρώνων και "επιτηρούσε" κάθε σύναψη που επρόκειτο να δημιουργηθεί. Και λίγο πριν αυτό γίνει, πετιόταν με αστραπιαία ταχύτητα ακριβώς στη συμβολή των εμπλεκόμενων νευρώνων, τσουπ ! και στρογγυλοκάθιζε αυτή την αξιολάτρευτη, λευκή και παλλόμενη από ορμητικότητα μαζούλα της ύπαρξής της. Η σύναψη γινόταν βέβαια. Με άλλα λόγια, Εκείνος κατάφερνε - αν και με αγώνα - να εργάζεται - έπρεπε άλλωστε -, έκανε σκέψεις, μιλούσε, έκανε σχέδια, παρασυρόταν από στιγμές, μεθοκοπούσε, έπαιζε το μουσικό του όργανο - σ' αυτό ξεσπούσε επίσης κατά διαστήματα, ήταν κρουστό άλλωστε, το χτυπούσε -, άκουγε, έκρινε, ονειροπολούσε - συνέβαινε πολλές φορές μέσα στην ημέρα ... Όμως, όλες οι διεργασίες γίνονταν μ' εκείνο το μικρό, γλυκό Εωσφοράκι - που δεν ήταν μαύρο κόκκινο αλλά λευκό και λαχταριστό σαν αίσθηση - να έχει αποθέσει το βάρος του στο εκάστοτε σημείο σύναψης. Την κάθε τέτοια μικρή ηλεκτρική εκκένωση την κουκούλωνε όπως θα έκανε κάποιος ρίχνοντας σακκιά τσιμέντο πάνω από έναν εκρηκτικό μηχανισμό που επρόκειτο να εκραγεί... Δεν την άφηνε να σκάσει, να "εκτονωθεί", την φίμωνε και σ' Εκείνον έφτανε μόνο ένας υπόκωφος, βαθύς και απόκοσμος κρότος... σα να έσκασε κάπου μακριά στο Σύμπαν...

Εκείνος βέβαια, δεν μπορούσε να βάλει μέσα στον εγκέφαλό του το δάχτυλό του και ν' αφαιρέσει αυτό το άτακτο και κινητικότατο Πλασματάκι, την "παρείσακτη". Ακόμη όμως και να το κατάφερνε, δεν θα προλάβαινε τις αστραπιαίες κινήσεις Της. Το μικρό αυτό Πλασματάκι ήταν ταχύτατο και - τώρα που το σκεφτόταν - μάλλον είχε καταφέρει πια να γνωρίζει, σε αμελητέο χρόνο πριν, πού θα έσκαγε μια νέα εκκένωση στον εγκέφαλό του κι έτσι προλάβαινε και στρογγυλοκαθόταν εκεί. Τώρα λοιπόν καταλάβαινε κι Εκείνος γιατί εδώ και λίγο καιρό είχε αρχίσει να επιθυμεί το να μπορέσει να κοιμηθεί, να ναρκωθεί κυριολεκτικά για μέρες ή και εβδομάδες ακόμη. Ασταμάτητα, χωρίς ξύπνημα. Να νεκρωθεί ο εγκέφαλός του μήπως και το Πλασματάκι βαρεθεί την απραξία - την απουσία ηλεκτρικών εκκενώσεων - και αποφασίσει να αποσυρθεί, ν' αποβληθεί με κάποιο τρόπο από το κρανίο του. Εκείνος ήξερε βέβαια ότι σε μια συμβατική καθημερινότητα κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει... Αλλά και πάλι, αν γινόταν, όνειρα δεν θα έβλεπε; Και μήπως και τότε το Πλασματάκι δεν θα πεταγόταν τσουπ ! κάθε τόσο μέσα στα όνειρά Του; Θα έβρισκε τρόπο Αυτό... Εκείνη...

Μήπως και το ότι Εκείνος γράφει τώρα αυτά δεν του τα υπαγορεύει Εκείνη; ... με αυτό το μικρό, τρυφερό, σκανταλιάρικο και ορμητικό Πλασματάκι που έχει αφήσει μέσα στον εγκέφαλό Του ;...

... σα να είναι το παιδί Τους, ο καρπός της εξαιρετικά ολιγόχρονης συνύπαρξής Τους...
... που Εκείνος έπρεπε ν' αποφασίσει αν θα "μεγαλώσει" ή αν θα "πετάξει"...
... αν θα οδηγηθεί στην παράνοια ή θα λυτρωθεί....

Τότε Εκείνος κατάλαβε ότι - για τώρα τουλάχιστον - έτσι κι αλλιώς δεν είχε λυτρωμό από αυτή την έμμονη παρουσία στην ύπαρξή Του...Έπρεπε κάτι άλλο να σκεφτεί...


... (πιθανώς) συνεχίζεται...


Τον ρώτησε "Τι σημαίνει 'έρωτας' για σένα;"

Της απάντησε "Έρωτας είναι το πέπλο που υφαίνει η αίσθηση, η παρουσία, η ενέργεια του προσώπου που έχω ερωτευθεί και αυτό το πέπλο πέφτει 'μπροστά' απ' όλες τις αισθήσεις μου. Τις φιλτράρει, ενίοτε τις 'επεκτείνει'... Όλα μέσα μου αντηχούν αυτό το πρόσωπο. Βλέπω-ακούω-μυρίζω μέσ' απ' αυτό το πέπλο. Αισθάνομαι μέσ' απ' αυτό το πέπλο. Αφουγκραζομαι... Κι όταν κάνω να το παραμερίσω, τότε ξέρω ότι ο Έρωτας έχει ξεμυτίσει από μέσα μου. Έχει ανοίξει τα φτερά του γι' αλλού... Μ' έχει αφήσει με τις φτωχές, πεπερασμένες μου αισθήσεις να πορεύομαι μέσα στη Δημιουργία. Να αιωρούμαι μέσα σ' ένα Κενό χωρίς διαστάσεις - δεν υπάρχει ύψος, βάθος, πάνω, κάτω, φως, σκοτάδι.... Δεν ξέρω αν βλέπω, αν ακούω, αν μυρίζω... Αν αισθάνομαι...."

- Γιώργο, ξύπνα παιδί μου!
- Μη ! Μην τραβάς τις κουρτίνες ! Άφησέ τες για λίγο ακόμη κλειστές....

"...δεν είναι δα και τόσο βαριές, ένα λεπτό πέπλο είναι που δεν κόβει και τόσο φως" άκουσε τη σκέψη του να ολοκληρώνει την φωναχτή προτροπή του προς την αγαπημένη του....

Πολίτης -> Πολιτεία -> Πολιτικός

ή αλλιώςΠώς το πιο ανήθικο επάγγελμα γεννάται μέσα από τα πιο μεγάλα ιδεώδη

Ο φορολογούμενος πολίτης πληρώνει για τον εξοπλισμό των ΜΑΤ και της Αστυνομίας ώστε αυτοί να τον προστατέψουν σε δεδομένη στιγμή (από τι άραγε; από ποιούς; είναι το καίριο ερώτημα). Σ' εκείνη τη δεδομένη στιγμή όμως αυτός ο εξοπλισμός στρέφεται εναντίον αυτού του πολίτη ο οποίος βγαίνει στο δρόμο για να πει ΚΑΙ σ' αυτούς (στα ΜΑΤ και την Αστυνομία δηλαδή) ότι η κατάσταση έχει βρει ΤΟΙΧΟ (αλήθεια, τα ΜΑΤ και η Αστυνομία κινδυνεύουν από απολύσεις; Νοείται περίπτωση να μην κάνουν καλά τη δουλειά τους;). Εξ' αυτών επομένως - εξ ορισμού δηλαδή αφού δεν υπάρχει άλλος κίνδυνος στο εσωτερικό της χώρας παρά μόνο ο ίδιος ο Πολίτης γιατί για τους έξωθεν "κινδύνους" υπάρχει ο στρατός της χώρας - τα ΜΑΤ και η Αστυνομία δεν υπάρχουν για να προστατεύουν αυτόν τον πολίτη που τους εξοπλίζει και συντηρεί με τους φόρους του. Να τον προστατέψουν από τον ίδιο του τον εαυτό ; Λίγο φαύλο κύκλο δεν θυμίζει αυτό ; Με άλλα λόγια ένα σύνολο Πολιτών (που έχει οριστεί ως Πολιτεία) στρέφεται εναντίον του ίδιου του πολίτη. Άρα γιατί να συντηρείται αφού μάλλον δεν έχει επιτελέσει σωστά το έργο της; Κι επιπλέον ποιος έδωσε το δικαίωμα στην Πολιτεία να χρησιμοποιεί μέρος (έστω) των φόρων των πολιτών της για να εξοπλίζεται ώστε σε δεδομένη στιγμή να στρέφεται εναντίον τους - ή όπως λέγεται δημοσιογραφικά, να τους απωθεί σε καταστάσεις διαμαρτυρίας ; Δηλαδή οι πολίτες διαμαρτύρονται εναντίον του εαυτού τους - αφού η Πολιτεία είναι εκλεγμένη από τους ίδιους... Μήπως (μας) τά 'χουμε ('χουν) μπερδέψει λιγάκι; Μήπως είναι ώρα να καταστήσουμε σαφή σ' αυτή την Πολιτεία τον ρόλο της; Μήπως η Πολιτεία έχει ξεχάσει ότι εκλέγεται από τον πολίτη και αυτόν υπηρετεί ; Μήπως να της θυμίσουμε ότι 300 ή 500 ή 600 άτομα που αυτά εν τέλει στις σύγχρονες κοινωνίες λέγονται Πολιτεία (εντάξει στην Ελλάδα είναι ΛΙΓΟ "διογκωμένη" η Πολιτεία) δεν μπορούν να σφετερίζονται τα μέσα που της διαθέτει ο ίδιος ο Πολίτης και να τα στρέφει εναντίον του όταν εκείνος με τον δικό του αγανακτισμένο τρόπο της υποδεικνύει ότι έχει κάνει λάθη ; Γιατί μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ΔΕΝ έχουν το ΔΙΚΑΙΩΜΑ να πούν σε λίγες εκατοντάδες άτομα (στην Πολιτεία δηλαδή) ότι έχουν σφάλλει σοβαρότατα; Ότι οι ανεύθυνες πράξεις τους έχουν διευρυμένο κακό αντίκτυπο στις ζωές και τύχες αυτών των εκατομμυρίων ανθρώπων. Και είναι εξ' ορισμού ανεύθυνες οι πράξεις τους γιατί η Πολιτεία δεν υποφέρει ποτέ από τα λάθη της, δεν κινδυνεύουν ποτέ και από τίποτε οι ζωές των "ανθρώπων" της Πολιτείας. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές ωφελούνται τα μέγιστα κιόλας.... Και οι πρακτικές των τελευταίων δεκαετιών έχουν δείξει περίτρανα πως τα συμφέροντα των δύο μερών (Πολίτη και Πολιτείας) βρίσκονται και σε σύγκρουση μάλιστα. Ύστερ' απ' όλ' αυτά, δεν μου λέτε, εδώ σ' αυτή τη χώρα γεννήθηκαν οι - κατά γενική ομολογία - τόσο γοητευτικές αρχές της Δημοκρατίας ; Αυτά δίδασκε η Πολιτεία του Πλάτωνα, η ηθική του Σωκράτη κλπ κλπ ;

Μήπως ήρθε πραγματικά η ώρα η Πολιτεία να ξαναγυρίσει λίγο στις "πηγές" - που λένε και οι φιλόλογοι ; Να μελετήσει λίγο τους σοφούς προγόνους και να επαναπροσδιορίσει ξανά τον ρόλο της ; Ο οποίος πρέπει να είναι ρυθμιστικός των σχέσεων των Πολιτών μεταξύ τους, όχι κερδοσκοπικός σε βάρος του Πολίτη και μάλιστα με το αζημίωτο. (;) Έτσι λοιπόν, στη σύγχρονη Ελλάδα, η οποία κατάργησε αυτό που η ίδια γέννησε, την περίφημη "Δημοκρατία", οι άνθρωποι της Πολιτείας βρήκαν ένα τέλειο επάγγελμα : Τον Πολιτικό ! ΔΕΝ έχει ευθύνες απέναντι σ' ένα κοινωνικό σύνολο. ΔΕΝ λογοδοτεί για τα λάθη του τα οποία επηρρεάζουν (πάρα πολλούς) άλλους ενώ ΔΕΝ υπάρχουν κακές επιπτώσεις υπό οποιεσδήποτε συνθήκες προς το άτομό του. Αντίθετα έχει ΤΕΡΑΣΤΙΑ υλικά ωφέλη και ως εκ τούτου μπορεί να παρατήσει την "Πολιτική" οποιαδήποτε στιγμή - με μια απλή παραίτηση ή με μια εκλογική "ήττα".

Ύστερ' απ' όλ' αυτά, κύριοι της Πολιτείας, μήπως θα θέλατε ν' αλλάξουμε ρόλους ; Ν' αλλάξουμε δουλειές ; Να μπούμε εμείς μέσα σ' αυτό το κτίριο που λέγεται Βουλή (των Ελλήνων) και να βγείτε εσείς έξω από αυτό ; Να συντηρείτε μαγαζιά κι επιχειρήσεις. Και αν δεν σας αρέσουν αυτά που θα κάνουμε και θα σας δημιουργήσουμε βέβαια δυσαρέσκεια και θα μαζευτείτε κι εσεις με τη σειρά σας έξω από αυτό το κτίριο (που τώρα είναι ο χώρος εργασίας σας) για να μας εκφράσετε τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτησή σας, εμείς δεν θα χρειαστούμε ΜΑΤ για να σας "απωθήσουμε". Μην ξεχνάτε, αριθμητικά θα είμαστε πολλοί περισσότεροι και θα σας βάλουμε στη θέση σας "πυξ λαξ", χωρίς ασπίδες, κράνη, κλομπς και δακρυγόνα... Με γυμνά χέρια. Έτσι λύνονται "αντρίκια" οι διαφορές. Με γυμνά χέρια και πρόσωπα. Μην ξεχνάτε - όπως αναφέρθηκε και στην αρχή - ότι ο Πολίτης σας έχει δώσει τα υλικά μέσα να τον χτυπάτε όταν εξεγείρεται ενάντια στα ατοπήματά σας και τα απτά ολέθρια αποτελέσματά τους. Θα δεχόμασταν τη συγγνώμη σας γι' αυτά (γιατί όποιος δουλεύει κάνει και λάθη) αλλά έχουμε βάσιμες υποψίες ότι οι πράξεις σας υποκινούνται από προσωπικό και κυρίως ακόρεστο συμφέρον.

... Άντε μην κατέβω με το κράνος μου και το δερμάτινό μου να γλυτώσω και μερικές αδέσποτες καθώς θα τα σπάω όλα....

Γιώτα Ρο Μηδέν Οκτώ

Άλλη μια νύχτα περίμενε μάταια. Όχι να συναντηθούν, να "βρεθούν"... Πού τέτοια τύχη; Του έφτανε πια ένα της τηλεφώνημα, το άκουσμα της φωνής της και μόνο... Που ποτέ δεν έγινε από δική της πρωτοβουλία... Και ποτέ τηλεφώνημα. Ποτέ... Πάντοτε - μα πάντοτε - ένα του μήνυμα προκαλούσε ένα άλλο δικό της, τελείως - μα τελείως - κομψό με την ευγενική απόρριψη... "Δεν τα κατάφερα σήμερα", "Είχα άλλες προτεραιότητες και το τριήμερο δεν μου βγήκε όπως το περίμενα", “Κατέβηκα εκεί που είσαι εσύ απόψε και σήμερα έχω πυρετό” και το κορυφαίο "Αν σε συναντούσα σήμερα θα αισθανόμουν πουτάνα, ύστερ' απ' αυτό που έγινε"... Και τι είχε γίνει; Ποτέ δεν θα μάθαινε - αληθινά, πραγματικά. Του είπε κάτι μπερδεμένα από τα οποία κανένα νόημα δεν έβγαλε...

Έτσι πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι... Ένα κυριολεκτικά κατεστραμμένο καλοκαίρι. Με δύο συναντήσεις. Η δεύτερη ήδη ήταν το κύκνειο άσμα της συνύπαρξής τους. Οξύμωρο σχήμα γιατί μόλις άρχιζε η τρυφερή ιστοριούλα τους – σαν συνέχεια των μακρύτατων βραδιών σε γραφόμενα στο δίκτυο όπου τα είχαν πει σχεδόν όλα, τα είχαν αναλύσει σχεδόν όλα, τρυφερές επιχειρηματολογίες, συμφωνίες σε πολλά ζητήματα και συμπληρώσεις συμπερασμάτων του ενός προς τον άλλο, ακόμη ακόμη ζούσαν και πράγματα έστω από απόσταση, περίμενε ο ένας τον άλλο να ανοίξουν το chat για να βρεθούν ύστερα από μια ολόκληρη μέρα, να πουν τι έκαναν, τι είδαν, είχαν αρχίσει μάλιστα να ψυχολογούν ο ένας τον άλλο έστω από απόσταση και να πειράζονται για τα «κουσουράκια» τους κι επιφυλάσσονταν για όταν θα βρίσκονταν από κοντά πια - αλλά ο Χρόνος είχε ήδη πει την τελευταία του λέξη. Εν αγνοία του... Τίποτε δεν προμήνυε αυτό που θ’ ακολουθούσε... Την Καταστροφή. Εκείνη πήγε στο νησί με μια παρέα της. Εκείνος χαιρόταν που το «κορίτσι» του – δεν είχε γίνει βέβαια τίποτε ακόμη αλλά αυτός έτσι αισθανόταν ήδη, χωρίς λόγο - και μάλιστα εκείνη τη δεύτερη και τελευταία - όπως αποδείχτηκε μακροπρόθεσμα - βράδινή τους συνάντηση την αποχαιρετούσε - πού να ήξερε ότι έτσι πραγματικά θα ήταν, ‘αποχαιρετισμός’ - ξεπροβοδίζοντάς την με υποδείξεις πού να πάει, τι να δει, σε ποια μαγαζιά να πάει για μουσική...

Ακολούθησαν τέσσερα πέντε βράδια - ούτε θυμόταν πια, ο χρόνος αναμονής για συνάντηση μαζί της είχε γίνει αυτό που διαφημίζουν οι εταιρείες τηλεφωνίας, απεριόριστος, "περισσότερο δεν θα βρείτε" - αλεπάλληλων μηνυμάτων σε διάφορες ώρες και καταστάσεις όπως αποδεικνυόταν από το περιεχόμενό τους – “είμαι μεθυσμένη μωρό μου και σε θέλω πολύ”, “δεν θα έλεγα όχι να σε καβαλήσω”, “νιώθω τεράστια κ***α μωρό μου” – και δεν πίστευε αυτά που διάβαζε... Οι απαντήσεις του στα μηνύματά της δεν έκρυβαν ούτε και τις δικές του διαθέσεις... Πού να ‘ξερε πόσο γελοίο μπορεί να τον έκαναν ν’ ακούγεται οι μετέπειτα αρνήσεις της να τον συναντήσει – αλλά πάντα με πολύ αληθοφανή και ορθολογικό τρόπο, πάντοτε υπήρχε λόγος για να μην τον συναντήσει – μόνο αυτός δεν θα τον μάθαινε ποτέ, τον πραγματικό βέβαια... Έλεγε πια στον εαυτό του και χαιρόταν απεριόριστα γι’ αυτό ότι επιτέλους είχε βρει μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση – φαινόταν να τα έχει όλα αυτή η ιστορία, άλλη μια χαμένη ιστορία...

Και ξαφνικά, σιωπή, νέκρα, “σιγή ασυρμάτου” που λέγανε κάποτε... Έστελνε μηνύματα που έμεναν αναπάντητα για ώρες.

Ναυαγός μέσα στην αλύπητη, αβυσσαλέα και τρικυμιώδη απεραντοσύνη της γυναικείας καρδιάς έστελνε περιστέρια με μηνύματα γαντζωμένα στα μικρά τους ποδαράκια, τα έστελνε μέσα σε άδειες γυάλινες μποτίλιες να ταξιδέψουν χιλιάδες ναυτικά μίλια μέχρι κάποια ύπαρξη – ποια; μόνο μία – να ενδιαφερθεί για την “τύχη” του – “μια τύχη άτυχη που πια δεν την γνωρίζω”...

Έτσι αισθανόταν, οι ώρες που περίμενε ένα σημαδάκι καπνού στον ορίζοντα του φαίνονταν εβδομάδες αβάσταχτης μοναξιάς πάνω σ’ ένα κομμάτι ξέρας όπου έτυχε να τον ξεβράσουν τα κύματα της απρόβλεπτης διάθεσης μιας γυναίκας... Που ήθελε να παίξει μαζί του; Που τον είδε έτσι ορμητικό και φοβήθηκε ότι θα παρασυρθεί στη δική του δίνη κι έτσι σ’ αυτή αντέταξε τις δικές της αλλόκοτες και απρόβλεπτες μεταπτώσεις; Άκρατος ορθολογισμός που υπαγορεύτηκε από την τεράστια – ομολογουμένως – διαφορά ηλικίας τους ή/και την απόσταση που χώριζε τις ζωές τους;

Ίσως ποτέ δεν θα μάθει τον πραγματικό λόγο που εκείνη η δεύτερη φορά που την συνάντησε ήταν και η τελευταία...