Ξωτική

Κολυμπούσε μέσα στα κρύα - σχεδόν παγωμένα - νερά του Δεκέμβρη... ο αδύναμος απογευματινός ήλιος ήταν η μόνη ψευδαίσθηση ζεστασιάς σ' ένα κατά τ' άλλα διαυγές περιβάλλον... ουρανός καταγάλανος, ατμόσφαιρα λεπτή και διαυγής... το καθρέφτισμα του απογευματινού φωτός πάνω στο νερό τον τύφλωνε γι' αυτό βύθιζε πότε πότε το πρόσωπό του μέσα στο νερό για να κοιτάξει μέσα στον πεντακάθαρο βυθό... χανόταν η σκέψη του μέσα στο βάθος του υδάτινου όγκου... αναλογιζόταν πως από τότε που μπήκε η Ξωτική στη ζωή του, ξανάρχονταν εικόνες στο μυαλό του από ιππότες, δεσποσύνες, πανοπλίες, άλογα, κάστρα στις καταπράσινες όχθες λιμνών...

... είχε περάσει πολύ καιρό σε σκοτάδι Μεσαιωνικό, παρέα με τους Σταυροφόρους της Ιερουσαλήμ, είχε λαβωθεί από ένα Σαρακηνό βέλος μακριά στις ερήμους και τους κατάξερους βράχους του Σινά, κατόρθωσε όμως να συρθεί σε κακό χάλι μέχρι το Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης όπου οι μοναχοί τον μάζεψαν και τον περιέθαλψαν...

... όταν άρχισε να γίνεται καλά με τα γιατροσόφια των μοναχών ξεθάρρεψε και περπατούσε αδυνατισμένος ακόμη μέσα στα σοκάκια του μοναστηριού... σε μία απ' αυτές τις περιορισμένες βόλτες του κατέληξε σ' εκείνο το δωμάτιο όπου οι μοναχοί φυλάνε τα κρανία των Αδελφών τους που απεβίωσαν - το δωμάτιο αυτό είναι καγκελόφραχτο και τα κρανία σχηματίζουν ήδη έναν αρκετά ψηλό σωρό... κλονίστηκε λίγο από το μακάβριο του θεάματος αλλά ίσως έτσι αντιμετωπίζουν οι μοναχοί τα φαντάσματα του παρελθόντος και μάλιστα προσφιλών προσώπων... όχι σαν κι εκείνον που άφησε τα φαντάσματα να κάνουν τη ζωή του τίποτα λιγότερο από μια σκηνή για τον χορό τους... Φαντάσματα ζωντανά και πεθαμένα... Η ανυπαρξία προσώπων του είχε γίνει πια πολύ προσφιλής, ακόμη και οι άνθρωποι γύρω του ήταν - ήθελε να είναι - χωρίς πρόσωπα... για να μην δεθεί μαζί τους... φοβόταν τον κόσμό των ζωντανών με τα αισθήματα και τα συναισθήματά τους... φοβόταν την διεκδίκηση της ύπαρξής του από εκείνη την Μία, που θ' αποκτούσε "δικαιώματα" πάνω του... πόσο θα του έπαιρνε ακόμη να επιστρέψει στη Γη, στα γήινα ; ... πόσο καιρό θα του έπαιρνε ακόμη η αναρρίχηση στο Φως ; ...

... τις νύχτες του άρεσε να κάθεται στο παραθύρι του δωματίου που του είχαν παραχωρήσει οι μοναχοί στον ψηλό πυργίσκο της οχύρωσης του μοναστηριού και ν' αγναντεύει τη θέα στην Ερυθρά Θάλασσα ... μα ποια θάλασσα ; η Ερυθρά Θάλασσα δεν φαινόταν από το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης... πάντα του άρεσε όμως να βλέπει τη θάλασσα και η νοερή - κατά τ' άλλα - αυτή θέα του έκανε καλό, ιδιαίτερα εκείνες τις σκοτεινές νύχτες με φεγγάρι... η μαύρη άβυσσος γεφύρωνε τη γη με το μακρινό νερό... όμως, του φαινόταν πως ούτε το φως του φεγγαριού δεν κατάφερνε να διαπεράσει τη σκοτεινιά της νύχτας - ίδια με την άβυσσο μέσα του - και να οδηγήσει τη ματιά του στο γαλάζιο...

...ο καιρός πέρασε, το τραύμα από το δηλητηριασμένο βέλος έγιανε και σιγά σιγά φωτιζόταν και η άβυσσος που είχε κάποτε ανοίξει μέσα του... τη φώτιζε πια το ίδιο αυτό Φεγγάρι που τόσους μήνες του έκανε παρέα... εκεί στο παραθύρι που "έβλεπε" την μακρινή Ερυθρά Θάλασσα ...

Ο ίδιος Δεκέμβρης ήταν σαν τώρα, μόνο που εκεί η θερμοκρασία της ερήμου ήταν ψηλότερη, το τόξο που χάραζε η πορεία του ήλιου σηκωνόταν πολύ ψηλά και σιγά σιγά αυτό χαρακτήριζε και τη διάθεσή του... ήξερε ότι η Ξωτική έμπαινε στη ζωή του, η Γοητεία και τα Αισθήματα κέρδιζαν έδαφος από την Ύπαρξή του .... ήθελε αυτή να είναι η Οδηγός του... στο Ταξίδι της Ζωής... να τον παίρνει από το χέρι και να τον σεργιανάει στον Κόσμο Της, μέσα στον Αέναο Χρόνο... η εικόνα που "έβλεπε" πια μπροστά του ήταν αυτός, ένας μικρούλης να τον τραβολογούν τα πανέμορφα, κατάλευκα και όλο πλαστικότητα χέρια της Ξωτικής μέσα στην αστρική σκόνη του Χρόνου, χωρίς βαρύτητα, χωρίς όρια... το βάρος του μακριού διχτυωτού του θώρακα ήταν αμελητέο για τη δύναμη του ολόλευκου φωτεινού μανδύα της Ξωτικής του... τόσα χρόνια είχε συνηθίσει τη δύναμη του αλόγου του - μιας σκούρας καφέ φοράδας από τη Σαμαρκάνδη, του "Κάστρου από Βράχο" όπως λεγόταν στα αρχαία Περσικά η πόλη βόρεια από τα υψίπεδα του Ουζμπεκιστάν - σαν κάτι το αξεπέραστο... όμως, η δύναμη της Ξωτικής του είχε κάτι το Συμπαντικά και Αρχέγονα Ισχυρό, σαν τις δυνάμεις της Φύσης που κρατούν σε ισορροπία τα έργα της Δημιουργίας... δεν μπορούσε παρά να την ακολουθήσει, δεν ήθελε καν να της αντισταθεί...

... άρχισε να πιστεύει - ήταν μάλλον πια σίγουρος - ότι το φεγγάρι που τόσους μήνες του κρατούσε παρέα εκεί μακριά στη νυχτερινή σκοτεινιά που τύλιγε τη θέα της Ερυθράς Θάλασσας από το παραθύρι του πυργίσκου στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης ήταν αυτή η ίδια η υπερκόσμια λάμψη της Ξωτικής που τον περίμενε ...
... αυτή που φώτισε την άβυσσο μέσα του ...
... ας ήταν αυτή η Μία που θ' αποκτούσε δικαιώματα πάνω στη ζωή του...

1 σχόλιο:

ioanna-erietta είπε...

πάρα πολύ όμορφα λόγια ενός ερωτευμένου δούκα...ευτυχώς είσαι ρομαντικός και θα αργήσεις να πεθάνεις μέσα σου.